Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012

Εκσυγχρονισμό ζητούν όχι «αιξιγχρωνυσμώ»


Το νέο πολιτικό σκηνικό όπως προέκυψε από τις δύο αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις λίγους μήνες πριν δεν φαίνεται να παρουσιάζει ιδιαίτερες διακυμάνσεις. Σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση της ΚΑΠΑ Research για το «Βήμα της Κυριακής» ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ένα μικρό προβάδισμα έναντι της Ν.Δ. -22,6% έναντι 21,5%- ενώ στην τρίτη θέση δείχνει να σταθεροποιείται η «Χρυσή Αυγή» με ποσοστό 9,8%. Ακολουθούν το ΠΑΣΟΚ με 6,8%, το ΚΚΕ με 5,2%, η ΔΗΜΑΡ με 5% και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες με 3,8%. Το ποσοστό των αναποφάσιστων ανέρχεται στο 4,5%. Καταλληλότερος για πρωθυπουργός εμφανίζεται ο Αντώνης Σαμαράς με ποσοστό 46,1%, έναντι του Αλέξη Τσίπρα που συγκεντρώνει το ποσοστό 31,4%. Στην ίδια ερώτηση το 20,1% απαντά «κανένας» από τους δύο.



Στην ίδια δημοσκόπηση, ενόψει της νέας χρονιάς οι πολίτες εκτιμούν ότι το 2013 θα είναι χειρότερο από τον χρόνο που φεύγει, ενώ τα βασικά συμπεράσματα που προκύπτουν από αυτήν είναι ότι η Ελλάδα πρέπει να παραμείνει στην Ευρωζώνη, να καταπολεμήσει τη φοροδιαφυγή και να προχωρήσει σε διαρθρωτικές αλλαγές. Με άλλα λόγια, παρά τον ζόφο της κρίσης, την περαιτέρω μείωση των μισθών, την αύξηση της ανεργίας, το νέφος που πνίγει τις πόλεις όχι πλέον από τους ρύπους των αυτοκινήτων, αλλά από τα τζάκια και τις ξυλόσομπες οι Έλληνες δεν στρέφουν το βλέμμα τους ούτε προς τη Ρωσία, ούτε προς τη Λατινική Αμερική. Όσο και αν τους οργίζουν οι επιλογές των ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αισθάνονται και δηλώνουν Ευρωπαίοι.



Η οργή τους έναντι του χρεοκοπημένου πολιτικού σκηνικού, της ασυδοσίας των αγορών και των τραπεζών είναι οργή ευρωπαίων πολιτών. Διαφωνούν και οργίζονται με την προτεσταντικής αντίληψης εμμονή της Μέρκελ στην περιοριστική δημοσιονομική πολιτική, αλλά αισθάνονται ως φύσει συμμάχους τους Ιταλούς, τους Ισπανούς και τους Γερμανούς εργάτες, που είναι θύματα της ίδιας πολιτικής. Αντιλαμβάνονται ότι οι σκανδαλώδεις χειρισμοί στην υπόθεση της λίστας Λαγκάρντ παραπέμπουν στο ανατολίτικο πλιάτσικο, που απορρίπτουν κάθετα. Με άλλα λόγια οι απαντήσεις που προσδοκούν τη νέα χρονιά από τα πολιτικά κόμματα πρέπει να αφορούν τη θέση της χώρας στην Ευρώπη και τον εκσυγχρονισμό της. Αυτή τη φορά σωστά γραμμένο. Διότι αυτό που προηγήθηκε ήταν «αιξιγχρωνυσμώς» το δίχως άλλο.



Νίκος Σπιτσέρης

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

"Βαμμένοι" πρόεδροι


Ο Δημήτρης Παπαδόπουλος μάζεψε τα πράγματά του από το Νοσοκομείο και επέστρεψε στη θέση του στη Διεύθυνση Δασών. Ζήτημα ημερών είναι να αναλάβει τα καθήκοντα του διοικητή του Νοσοκομείου ο Μίμης Χριστοφιλογιάννης. Αυτό που δεν άλλαξε είναι το κριτήριο της επιλογής. Ο κ. Παπαδόπουλος επιλέχθηκε ως στέλεχος του ΠΑΣΟΚ από μια κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ και ο κ. Χριστοφιλογιάννης επιλέχθηκε ως στέλεχος της Ν.Δ. από μια τρικομματική κυβέρνηση Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ. Η μοναδική αλλαγή που επήλθε ως συνέπεια της σύνθεσης της κυβέρνησης είναι ότι πλέον οι διοικητές των δημοσίων οργανισμών δεν θα ανήκουν σε ένα κόμμα, αλλά σε τρία.



Μόνο που αυτό δεν ήταν το πρόβλημα. Το πρόβλημα ήταν το κριτήριο επιλογής και τούτο δεν έχει να κάνει ούτε με τον Παπαδόπουλο, ούτε με τον Χριστοφιλογιάννη, ούτε με τον Σάββα Κοσμίδη, που προηγήθηκε του κ. Παπαδόπουλου και έχει να παρουσιάσει τον άθλο της μεταφοράς του Νοσοκομείου στο νέο κτιριακό συγκρότημα του Αγίου Σίλα μέσα σε διάστημα δύο εβδομάδων χωρίς να ανοίξει ρουθούνι. Το πρόβλημα είναι ότι σε τούτη τη χώρα που θέλει να καμώνεται πως είναι ευρωπαϊκή η στελέχωση του δημόσιου τομέα εξαρτάται άμεσα και καταλυτικά από την εκάστοτε κυβέρνηση. Συνέπεια αυτού είναι η εξάρτηση των στελεχών της δημόσιας διοίκησης από την εκάστοτε κυβέρνηση, στοιχείο που αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της διαφθοράς και της κακοδιοίκησης.



Αλλά το χειρότερο είναι ότι αυτή η χρόνια παθογένεια συντηρείται από μια κυβέρνηση συμμαχική. Ουδείς μπορεί να κατηγορήσει εν προκειμένω τη διεθνή συγκυρία, τους πιστωτές και τα μνημόνια. Πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή του κυβερνητικού συνασπισμού, που αντί ενός στοιχειώδους εκσυγχρονισμού, ακολουθεί την πεπατημένη του βολέματος στελεχών, που ουδέποτε έλειψαν, ούτε πρόκειται να λείψουν από την πολιτική σκηνή. Ίσως αυτό να είναι και το πλέον εξωφρενικό της υπόθεσης. Αντί οι τρεις κυβερνητικοί εταίροι να δώσουν βαρύτητα σε τέτοια θεσμικά ζητήματα, που δεν επηρεάζονται ούτε στο ελάχιστο από τη δεινή οικονομική συγκυρία και τις έξωθεν πιέσεις, προκειμένου να δώσουν ένα απτό δείγμα γραφής ότι έχουν την πρόθεση να αλλάξουν τα κακώς κείμενα, επιμένουν στον τυφλοσούρτη του βολέματος στελεχών.



Επιλογή, που επιδέχεται δυο ερμηνείες: Είτε οι κυβερνητικοί εταίροι αδιαφορούν παγερά ακόμα και για ένα τόσο στοιχειώδες βήμα εκσυγχρονισμού προκειμένου να βολέψουν τα στελέχη τους, είτε δεν έχουν την ικανότητα να το πράξουν.



Νίκος Σπιτσέρης



Ξυλόσομπες


Η πρώτη παράμετρος για τις πυρκαγιές από τις ξυλόσομπες είναι το κλίμα πανικού που έχει προκληθεί μεταξύ των πολιτών όσον αφορά το θέμα της θέρμανσης με ευθύνη της Πολιτείας. Αν και σε περιόδους κρίσης, κυρίως σε αυτές, μια συντεταγμένη Πολιτεία οφείλει να δίνει βαρύτητα στον έλεγχο των τιμών στα βασικά καταναλωτικά αγαθά, μεταξύ των οποίων σαφώς και συμπεριλαμβάνεται η θέρμανση, η ελληνική Πολιτεία αδιαφόρησε. Προανήγγειλε εγκαίρως την εξίσωση του φόρου κατανάλωσης των πετρελαίων θέρμανσης και κίνησης, αλλά δεν έπραξε το παραμικρό για να δώσει μια εναλλακτική λύση στους απελπισμένους καταναλωτές, που άνεργοι, απλήρωτοι ή αμειβόμενοι με ψίχουλα τύπου «πρόγραμμα κοινωνικής εργασίας» απέρριψαν στην πλειοψηφία τους το πετρέλαιο θέρμανσης που επί δεκαετίες ήταν η βασική μορφή θέρμανσης στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας και μάλιστα στη Βόρεια Ελλάδα, που λόγω κλιματολογικών συνθηκών οι ανάγκες για θέρμανση είναι ακόμα μεγαλύτερες.

Έτσι, οι καταναλωτές στράφηκαν πανικόβλητοι σε κάθε κατεύθυνση. Σε αιρ-κοντίσιον, ηλεκτρικά σώματα, αντλίες θερμότητας, ηλεκτρικές θερμάστρες και τζάκια και ξυλόσομπες. Στο μεταξύ, η «συντεταγμένη Πολιτεία» ουδέν έπραξε για να αντιμετωπιστούν εγκαίρως τα προβλήματα. Ουδείς μπήκε στη διαδικασία να συνυπολογίσει στον λογαριασμό τα χρήματα που θα διοχετεύονταν και εν τέλει διοχετεύτηκαν σε αθρόες εισαγωγές αμφιβόλου ποιότητας προϊόντων με ό,τι τούτο σημαίνει και για την ασφάλεια των καταναλωτών και για το ισοζύγιο εισαγωγών-εξαγωγών εν μέσω κρίσης.

Στο μεταξύ, η με το «πιστόλι στον κρόταφο» μείωση του δημοσίου τομέα, που είχε υπερδιογκωθεί με ευθύνη του πολιτικού συστήματος που βόλευε επί δεκαετίες κομματικά κοπρόσκυλα σε κάθε πιθανή και απίθανη θέση, σε κάθε πιθανό και απίθανο οργανισμό, είχε ως συνέπεια την πλήρη αποδιοργάνωση του κρατικού μηχανισμού. Έτσι, οι όποιοι έλεγχοι έγιναν τους τελευταίους μήνες στην αγορά, έγιναν στον βαθμό που θα μπορούσαν να γίνουν. Στην περίπτωση της ξυλόσομπας, που τείνει να καταγραφεί στη συνείδηση των πολλών ως «φονικό εργαλείο» -αν είναι δυνατόν- έχουν κυκλοφορήσει σόμπες φτηνές μεν, αμφιβόλου ποιότητας δε, με μαντέμια-φλούδες, που σαφώς εγκυμονούν κινδύνους.

Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την άγνοια των περισσότερων, με συνέπεια να τοποθετούνται τα μπουριά ανάμεσα στα ξύλα της στέγης, έχει ως συνέπεια να ξεσπούν πυρκαγιές και να κινδυνεύουν άνθρωποι ή να χάνονται ανθρώπινες ζωές.

Νίκος Σπιτσέρης

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

Χριστούγεννα με άγεθρο


Τα Χριστούγεννα της μνήμης μοσχοβολούν άγεθρο. Μια υπέροχη μυρωδιά που κατέκλυζε το μικρό σπίτι της γιαγιάς στο Θεολόγο τέτοιες μέρες από μια μικρή κορφή από άγεθρο ίσαμε ένα μέτρο περίπου, που στολίζαμε για Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ο άγεθρος, που κοβόταν παραμονές Χριστουγέννων για να αντέξει μέχρι του Αη Γιαννιού, έδινε τον τόνο, αλλά δεν ήταν η μοναδική μοσκοβολιά. Ήταν η μυρωδιά του καμένου ξύλου στις δυο ξυλόσομπες: μια μασίνα στην κουζίνα και μια πάπια στο υπνοδωμάτιο. Το μαγκάλι, που επίσης ζέσταινε το σπίτι, που έμπαζε από τα κουφώματα κατά παράδοση. Οι φλούδες πορτοκαλιού, πού ‘βαζαν η μάνα και η γιαγιά στα ζεστά μαντέμια. Μα πάνω από όλα, πρώτα από όλα, τα κάλαντα. Παίρναμε αμπάριζα το σχοινοτενές χωριό με τον φιλόδοξο στόχο να περάσουμε ει δυνατόν από όλα τα σπίτια για να στείλουμε το μήνυμα των γιορτών. Ήταν το καθήκον, που μας είχε πείσει η μάνα ότι είχαμε, τέτοιες μέρες, το οποίο εκπληρώναμε με το αζημίωτο.



Μα ήταν και οι επικοί καυγάδες για ψύλλου πήδημα, σαν εκείνη τη φορά, σε κάποια κάλαντα που είχαμε σκοτωθεί για ένα δεκάρικο. Η αιτία του καυγά ήταν ότι ο ένας αδελφός είχε πείσει τον άλλο ότι το δεκάρικο με το πιο τετραγωνισμένο «μηδέν» είχε μεγαλύτερη αξία από το άλλο, που ήταν παλαιότερης έκδοσης. Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Σκοτωμός. Άλλωστε, το δεκάρικο στα κάλαντα δεν ήταν μικρή υπόθεση. Μόνο χουβαρντάδες το ‘διναν και γνωστοί. Τα δυο δεκάρικα για τα οποία έγινε ο καυγάς είχαν εξεταστεί από όλες τις πλευρές. Στα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα συγκαταλέχθηκαν η φάτσα του βασιλιά, που ήταν νεώτερος στο δεκάρικο με το πιο όμορφο «μηδέν» και η ποιότητα του μετάλλου για την οποία είχαμε αποφανθεί ωσάν ειδικοί.



Ήταν ένας καυγάς που ξέραμε καλά πως δεν έχει νόημα. Αλλά έδινε τη χαρά της αντιπαράθεσης. Της σύγκρουσης χωρίς αιτία και αφορμή, έτσι για να σπάσει η μονοτονία. Τα καταφέραμε. Αφού ξεσπάσαμε και αφού μοιραστήκαμε την αιτία της διαφωνίας μας με τους έκπληκτους μεγάλους, που δυσκολεύονταν να συγκρατήσουν το γέλιο τους, αλλά που δεν τολμούσαν να διακωμωδήσουν κι εντελώς το περιστατικό, έφτασε η ώρα του φαγητού. Σπουδαίος καυγάς.



Νίκος Σπιτσέρης

Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2012

Ναυάγιο σωστό


Η υπαγωγή των λιμανιών της Βόρειας Ελλάδας στον Οργανισμό Λιμένα Θεσσαλονίκης δεν είναι μια πολιτική απόφαση με αρχή, μέση και τέλος, με την οποία θα μπορούσε κανείς να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει. Είναι μια απόφαση που πάρθηκε στο ποδάρι υπό το κράτος του πανικού από μια κυβέρνηση, που μέρα με τη μέρα τείνει να εκχωρεί μέχρι εξαντλήσεως το δικαίωμά της να κυβερνά στο όνομα μιας κρίσης, όντως σοβαρής, όντως παγκόσμιας. Το πλέον τραγικό της υπόθεσης είναι ότι δεν υπάρχει στ’ αλήθεια συνεκτική εναλλακτική πρόταση. Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις καλές προθέσεις και τις εξαιρέσεις στελεχών όπως για παράδειγμα ο Γιάννης Δραγασάκης και ο Γιώργος Σταθάκης ήταν και παραμένει ένα συνονθύλευμα, ένας πολιτικός αχταρμάς, που αναζητά το διέξοδο στην ευρωπαϊκή κρίση κάπου μεταξύ Νότιας Αμερικής και Βόρειας Αφρικής.



Αλλά το πρόβλημα εν προκειμένω δεν είναι ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε ο λαϊκισμός του, που ικανοποιεί τον θυμό των δικαίως αγανακτισμένων πολιτών με μια πολιτική τιμωρητική όπως για παράδειγμα αυτή που ακολουθείται με το πετρέλαιο θέρμανσης. Το πρόβλημα είναι η κυβέρνηση και οι επιλογές της στο ζήτημα των λιμανιών, που δεν έχουν ίχνος σοβαρότητας. Τα λιμάνια του Βόλου, της Θεσσαλονίκης, της Καβάλας και της Αλεξανδρούπολης έχουν τα προτερήματα και τα μειονεκτήματά τους και ένα μοναδικό κοινό παρονομαστή. Αποτελούν ιστορικά την πύλη της ενδοχώρας στην οποία ανήκουν στον υπόλοιπο κόσμο. Συνιστούν την ελπίδα και την προοπτική. Ένα πολύ σημαντικό, ίσως το σημαντικότερο, εργαλείο για την ανάπτυξή τους.



Αλλά αυτή η ενδοχώρα δεν είναι κοινή. Το κοινό σημείο του Βόλου, της Θεσσαλονίκης, της Καβάλας και της Αλεξανδρούπολης είναι ότι ιστορικά προσβλέπουν στην ανάπτυξη των λιμανιών τους, άρα μοιραία αυτή η σχέση είναι ανταγωνιστική. Όχι πως δεν υπάρχουν περιθώρια συνεργασίας. Υπάρχουν. Αλλά η υπαγωγή των άλλων λιμανιών της Βόρειας Ελλάδας στον Οργανισμό Λιμένα Θεσσαλονίκης θα οδηγήσει μακροπρόθεσμα με μαθηματική ακρίβεια στον μαρασμό των υπολοίπων λιμανιών προς όφελος του λιμανιού της Θεσσαλονίκης.



Όσον αφορά την Καβάλα, πέρα από την βέβαιη υποβάθμιση του εμπορικού λιμανιού στα Σπαθιά, θα δημιουργηθούν ουκ ολίγες τραγελαφικές καταστάσεις, αφού οι αποφάσεις για το παραλιακό μέτωπο της πόλης, που –παραδόξως πώς- δεν ανήκει στον δήμο, αλλά στον οργανισμό του λιμανιού, θα λαμβάνονται στη Θεσσαλονίκη. Καθαρός σουρεαλισμός.



Νίκος Σπιτσέρης

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012

Στα Λουτρά των ατοπημάτων


Το εκβιαστικό δίλημμα που έθεσε ο επίδοξος επενδυτής στα Λουτρά Ελευθερών Αχιλλέας Νταβέλης ενώπιον μάλιστα του αντιπεριφερειάρχη Αρχέλαου Γρανά και του προέδρου της ΑΕΝΑΚ Γιώργου Γερομάρκου έχει ως εξής: Ή το Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων μου δίνει το ελεύθερο να κάνω ό,τι γουστάρω ή παίρνω τα 8 εκατομμύρια ευρώ και πάω αλλού. Αρκεί και μόνο αυτή η τοποθέτηση και μάλιστα ενώπιον των εκλεγμένων αντιπροσώπων των πολιτών για να κατανοήσει κανείς μια από τις πολλές αιτίες που οδήγησαν τη χώρα στη χρεωκοπία.



Εάν υπήρχε ένα κράτος, που λειτουργούσε στοιχειωδώς σοβαρά, ο κ. Νταβέλης δεν θα σκεφτόταν ποτέ να προβεί σε τόσο προκλητικές δηλώσεις. Άλλωστε, δεν θα χρειαζόταν. Όταν οι υποψήφιοι επενδυτές θα έμπαιναν στη διαδικασία διεκδίκησης της μίσθωσης των Λουτρών το τοπίο θα ήταν απολύτως ξεκάθαρο. Θα υπήρχαν τα Λουτρά με τα κτίρια που θα ήταν ή δεν θα ήταν χαρακτηρισμένα ως διατηρητέα και ο όποιος επενδυτής θα έκανε εγκαίρως τους υπολογισμούς του. Αλλά στην Ελλάδα του 21ου αιώνα τίποτα δεν λειτουργεί σωστά. Έτσι, όταν ανακοινώθηκε ότι φάνηκε επενδυτής προκλήθηκαν αντιδράσεις. Άνθρωποι που μέχρι τότε δεν ήξεραν καλά-καλά πού βρίσκονται τα λουτρά σήκωσαν τα φλάμπουρα υπερασπιζόμενοι την περιουσία του λαού, που στο μεταξύ είχε πλήρως απαξιωθεί ερήμην τους. Αντέδρασαν σφόδρα στη μίσθωση κάνοντας λόγο για «ξεπούλημα», επειδή θεωρούν αξιωματικά ότι αυτού του τύπου οι εγκαταστάσεις πρέπει οπωσδήποτε να αξιοποιούνται μέσω δημοτικών επιχειρήσεων.



Μεταξύ των άλλων έθεσαν και το ζήτημα του χαρακτηρισμού των υφιστάμενων κτιρίων ως παραδοσιακών στοχεύοντας στο κέντρο του στόχου. Αποκαλύπτοντας ότι το τοπίο κάθε άλλο παρά ξεκάθαρο είναι. Η αντίδραση της κρατικής μηχανής δεν ξάφνιασε κανέναν. Η συζήτηση του θέματος αναβλήθηκε δυο-τρεις φορές δοκιμάζοντας τα νεύρα του επιχειρηματία και όταν γράφτηκε στην ημερήσια διάταξη ξέχασαν να καλέσουν τον κ. Γρανά για να παρουσιάσει τις θέσεις της Νομαρχίας. Ετσι προέκυψε μια ακόμα αναβολή και το θέμα θα συζητηθεί πιθανότατα τη νέα χρονιά.



Όλη αυτή η αναμονή προφανώς εξόργισε τον υποψήφιο επενδυτή, που πρόσθεσε ένα ακόμα ατόπημα σε τούτη την αλυσίδα του παραλόγου. Αισθάνθηκε την ανάγκη να απειλήσει το Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων ότι αν χαρακτηρίσει τα κτίρια ως διατηρητέα θα πάρει τα χρήματά του και θα πάει αλλού. Θαρρείς και ο χαρακτηρισμός ή μη ενός κτιρίου είναι ζήτημα οικονομικό και όχι ζήτημα που άπτεται της αρχιτεκτονικής αξίας ενός κτιρίου και της θέσης του στο ιστορικό και κοινωνικό περιβάλλον.



Νίκος Σπιτσέρης



Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Η ΒΦΛ (ELFE) είναι άσχημα μπλεγμένη


Ο βαθμός της εμπλοκής της ELFE (ΒΦΛ) στις υπόγειες διαδρομές για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος από τον Λαυρέντη Λαυρεντιάδη είναι τέτοιος, που η βιομηχανία κινδυνεύει άμεσα. Μόνο μια περίπτωση που έχει απασχολήσει την Αρχή για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος και εξετάζεται από τη δικαιοσύνη αρκεί για να αντιληφθεί κανείς τη δεινή θέση της βιομηχανίας. Πρόκειται για την εκταμίευση ποσού 73,5 εκατομμυρίων ευρώ από την Proton Bank για την υποτιθέμενη εξαγορά του εργοστασίου από δυο εταιρείες φαντάσματα, το οποίο κατέληξε σχεδόν αυτούσιο (73 εκατομμύρια ευρώ) σε προσωπικό λογαριασμό του Λαυρεντιάδη στην Ελβετία. Το πουλόβερ μόλις άρχισε να ξηλώνεται και πιθανότατα έπονται ουκ ολίγες αποκαλύψεις, αλλά κατά πώς φαίνεται το εργοστάσιο της Καβάλας έπαιξε σημαίνοντα ρόλο σε τούτο τον χορό των εκατομμυρίων ευρώ που έστησε ο φυλακισμένος επιχειρηματίας εις βάρος της Proton Bank. Γι αυτό απειλεί. Γι αυτό μαζί με τις επικλήσεις στην φιλοπατρία του και την πίστη του στην ορθοδοξία αμολάει και μια ατάκα για τους εργαζόμενους που κινδυνεύουν να βρεθούν στον δρόμο λόγω της δίωξης εναντίον του. Έτσι εξηγείται και το ενδιαφέρον της διοίκησης του σωματείου εργαζομένων στην ELFE για την τύχη του Λαυρεντιάδη.

Η συμπαράσταση των εργαζομένων στον ιδιοκτήτη του εργοστασίου είναι κατανοητή, αλλά στερείται και ηθικής βάσης και προοπτικής. Το ενδεχόμενο να αποφυλακιστεί ο επιχειρηματίας για να μην αυξηθεί η ανεργία και ενδεχομένως να τονωθεί η ορθοδοξία με δυο τρεις γενναίες δωρεές δεν μπορεί να είναι αντικείμενο σοβαρής συζήτησης. Άρα, οι εργαζόμενοι έχουν μόνο μια επιλογή: Με τη συμπαράσταση της τοπικής κοινωνίας να επιδιώξουν να βρουν μια φόρμουλα για την απεμπλοκή του εργοστασίου από τις δουλειές του Λαυρεντιάδη με ένα μόνο επιχείρημα που όντως ευσταθεί: Ότι η εταιρεία έχει πολύ μεγάλες προοπτικές και ότι είναι θύμα της τακτικής του επιχειρηματία. Επίσης, ότι παραμονές των εκλογών του 2009 πουλήθηκε άρον-άρον στον Λαυρεντιάδη με ευθύνη της κυβέρνησης της Ν.Δ.

Με δεδομένες τις πολιτικές ευθύνες για την πώληση της βιομηχανίας στον Λαυρεντιάδη και την τεράστια αύξηση της ανεργίας, οι εργαζόμενοι είναι υποχρεωμένοι να βαδίσουν στα βήματα των εργαζομένων στην Καβάλα Oil, που τα κατάφεραν κόντρα στις συνηθισμένες λύσεις. Εν προκειμένω, δεν αρκεί να πειστούν μόνο οι τρεις κυβερνητικοί εταίροι να κάνουν την υπέρβαση. Τίποτα δεν θα γίνει αν δεν συμφωνήσουν και τα κόμματα της αντιπολίτευσης και αν εν τέλει το σχέδιο διάσωσης του εργοστασίου δεν περάσει από την τρόικα.

Νίκος Σπιτσέρης