Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011

Καντάδες

Δεν είναι σίγουρα η απάντηση στην πολιτική του μνημονίου και του μεσοπρόθεσμου. Δεν αποτελεί εναλλακτικό μοντέλο ανάπτυξης. Αλλά αυτοί οι «ωραίοι τρελοί» που έκαναν τις προάλλες τη δεύτερη καντάδα τους στα σοκάκια της Παναγίας είναι η πιο όμορφη και μελωδική απάντηση που έχει δοθεί τους τελευταίους μήνες στην Καβάλα. Αρνούνται να μιζεριάσουν. Αρνούνται να παραδώσουν την ψυχή τους σε τούτο τον ζόφο που τους κατακλύζει. Αντί του περισσεύματος βίας, που άλλοτε φέρει κρατική σφραγίδα και άλλοτε τάχατες αντιεξουσιαστική, μα εν τέλει το ίδιο επικίνδυνη, οι κανταδόροι της Παναγίας μας θυμίζουν ότι οι νεοέλληνες, πριν παραδοθούν στο όνειρο της μεζονέτας και του θηριώδους τζιπ, ήξεραν να διασκεδάζουν τους καημούς τους τραγουδώντας. Μπορεί χρήματα να μην τους περίσσευαν. Υπήρχαν εποχές που δεν είχαν τα στοιχειώδη. Κατοχή, πείνα, εμφύλιος, ξενητειά.

Αλλά δεν το ‘βαζαν κάτω. Έστηναν με τα ψέματα κάτι τρικούβερτα γλέντια και ξεσπούσαν. Μα και μοιράζονταν τον πόνο τους και τις αγωνίες τους με τον πλησίον. Τον συνάνθρωπο, που τα τελευταία χρόνια δεν προλαβαίναμε να δούμε λόγω φούριας. Εν τέλει, το μήνυμα που δίνουν έχει και πολιτική χροιά. Εμπεριέχει τη λαϊκή σοφία του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού.

«No passaran», τραγούδησαν οι κανταδόροι δις, που σε ελεύθερη καλλιτεχνική απόδοση μπορεί να αποδοθεί με το «μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, κατσαρά μαύρα μαλλιά». Ή με το «γελεκάκι που φορείς». Η υπέρβαση ετούτης της κρίσης απαιτεί πολύ συγκεκριμένο σχέδιο. Συμμαχίες ενεργών πολιτών. Τη σύμπηξη ενός μετώπου του ευρωπαϊκού νότου, ικανού να αντιπαρατεθεί στον ιμπεριαλισμό του επελαύνοντος γερμανικού κεφαλαίου. Έναν άλλο συσχετισμό δυνάμεων στην Ευρώπη και στον κόσμο, έτσι ώστε να μπει φραγμός στους διεθνείς τοκογλύφους που έχουν πια ξεσαλώσει και παίζουν στα ζάρια την τύχη ολόκληρων χωρών. Πολύ πιθανά ένα νέο ευρωπαϊκό σχέδιο Μάρσαλ για την Ελλάδα όπως προτείνει ο βρετανός ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ.

Παράλληλα, για να μην ξεχνιόμαστε ένα εθνικό σχέδιο ανάταξης της χώρας, που τις τελευταίες δεκαετίες έκανε άλματα στον αγροτικό τομέα, τις μεταφορές, τον τουρισμό, όχι όμως και στον δημόσιο τομέα, που –θαρρείς- αντί να προοδεύει έμενε στάσιμος με μόνο στόχο το βόλεμα ημετέρων. Τόσο στάσιμος, τόσο αντιπαραγωγικός, όσο χρειαζόταν για να κλείνει αβέρτα δουλειές δίχως την πίεση των ελεγκτικών μηχανισμών ο κρατικοδίαιτος ιδιωτικός τομέας.

Απαιτούνται ρήξεις. Τομές. Μέτωπα διεθνή, ικανά να δημιουργήσουν νέες ισορροπίες με στόχο μια Ευρώπη και έναν κόσμο πιο ανθρώπινο. Παράλληλα, όμως είναι απαραίτητο και το κέφι, το οποίο παρεμπιπτόντως είναι από τη φύση του ανατρεπτικό. Το τραγούδι. Το χαμόγελο και η αισιοδοξία, που δεν εγκατέλειψαν τους παλιότερους σε ακόμα πιο δύσκολες καταστάσεις. Οι κανταδόροι της Παναγίας δίνουν τον τόνο: «Ό,τι κι αν πω δεν σε ξεχνώ».

Νίκος Σπιτσέρης

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

Προσβάλλουν κατάφωρα τη νοημοσύνη των οπαδών της Καβάλας

Ο τραγέλαφος που έλαβε χώρα στο γήπεδο του Μακεδονικού ξεπερνά κάθε όριο. Αυτή η γελοιότητα με τα μπλουζάκια «ο Δήμαρχος μας έδιωξε από την πόλη» δεν είναι μόνον πέρα για πέρα γραφική. Μαζί με τις δηλώσεις περί την πλαστογράφηση της υπογραφής, που η γραμματέας της οικογένειας Ψωμιάδη προσκόμισε στο Επιμελητήριο προκειμένου να αλλάξει την ονομασία του ΑΟΚ σε «Νέος Ηρακλής», αποτελεί ύβρι κατά των Καβαλιωτών. Υποτιμά κατάφωρα τη νοημοσύνη τους. Είναι η «κόκκινη γραμμή», που τερματίζει οριστικά τον διάλογο που επιχείρησε μέχρι την ύστατη στιγμή να ανοίξει ο δήμαρχος για το καλό της ομάδας. Πλέον δεν υπάρχει κανένα περιθώριο. Η οικογένεια Ψωμιάδη, συνηθισμένη να χλευάζει την Πολιτεία, τους νόμους και τους κανόνες ετούτου του κράτους, ουδέποτε σεβάστηκε στοιχειωδώς τους φιλάθλους της Καβάλας. Τους αντιμετώπιζε σαν «χαχόλους» και έτσι συνεχίζει να τους αντιμετωπίζει.

Αυτό το πρωτόγονο επικοινωνιακό παιχνίδι, που συνέλαβε και εκτελεί ο πρόεδρος του ΑΟΚ Σταύρος Ψωμιάδης είναι τόσο κακοστημένο, που δεν μπορεί πια να πείσει ακόμα και εκείνους τους μετρημένους στα δάχτυλα φιλάθλους, που για το καλό της ομάδας ήταν πρόθυμοι να κλείσουν μάτια και αυτιά και να αποδεχθούν ότι η συγκεκριμένη διοίκηση επιθυμεί το καλό της ομάδας.

Πρώτα και κύρια αυτούς τους φιλάθλους καθύβρισε με τα χθεσινά του καμώματα ο Σταύρος Ψωμιάδης. Ήταν σαν να τράβηξε από τα μάτια και τα αυτιά τα χέρια τους και να τους αποκάλεσε ηλίθιους. Μαζί με αυτούς όμως πρόσβαλε και όλους τους Καβαλιώτες, που έχουν μια θέση στην καρδιά τους για τον ΑΟΚ πηγαίνουν δεν πηγαίνουν στο γήπεδο. Επιτέλους, αυτή η διοίκηση που κατηγορείται για την υπόθεση των στημένων αγώνων και των παράνομων στοιχημάτων δεν έχει κανένα δικαίωμα να συμπεριφέρεται απαξιωτικά στον πρώτο πολίτη της Καβάλας. Η ανοίκεια συμπεριφορά στο πρόσωπο του Κωστή Σιμιτσή αντικατοπτρίζεται σε όλους τους Καβαλιώτες, άσχετα αν τον υπερψήφισαν ή τον καταψήφισαν στις τελευταίες δημοτικές εκλογές.

Εάν οι διοικούντες τον ΑΟΚ σέβονταν στοιχειωδώς την Καβάλα, την ομάδα και τους οπαδούς της ουδέποτε θα έθεταν ζήτημα αλλαγής της έδρας, που παρεμπιπτόντως είχαν θέσει και ένα χρόνο πριν. Θα επιχειρούσαν να λύσουν τα όποια προβλήματα συνεννόησης με τη δημοτική Αρχή και αν τούτο δεν ήταν εφικτό θα αποχωρούσαν. Θα έψαχναν για τη διάδοχη κατάσταση, όπως ψάχνουν οι Γιαννακόπουλοι του Παναθηναϊκού για τους δικούς τους λόγους. Δεν το έπραξαν γιατί απλά ουδέποτε σεβάστηκαν την ομάδα, την πόλη και τους Καβαλιώτες.

Όσο για τη γελοία πρόταση περί τη δωρεάν μεταφορά φιλάθλων με λεωφορεία δεξιά και αριστερά στα γήπεδα που θέλουν να περιφέρουν το φάντασμα του ΑΟΚ δεν αντέχει σε κριτική. Μόνο μια απάντηση επιδέχεται. Ας το καταλάβουν ότι οι Καβαλιώτες δεν έχουν όνειρο ζωής τη δωρεάν μεταφορά τους με λεωφορεία. Γνωρίζουν ότι υπάρχουν λεωφορεία, έχουν μπει σε αυτά και έχουν κάνει αρκετές διαδρομές. Αν τους περισσεύουν καθρεφτάκια, ας ψάξουν αλλού για ιθαγενείς.

Ο ΑΟΚ έχει την έδρα του στο στάδιο «Ανθή Καραγιάννη» στο Περιγιάλι της Καβάλας. Πουθενά αλλού.

Νίκος Σπιτσέρης

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

Ο ΑΟΚ δεν είναι βαλίτσα

Η ανακοίνωση του προέδρου της ΠΑΕ Καβάλα Σταύρου Ψωμιάδη για την εγκληματική και ανιστόρητη επιχείρηση της οικογένειάς του να εξαφανίσει τον ΑΟΚ από τον χάρτη του ελληνικού ποδοσφαίρου δεν αντέχει σε κριτική. Τα κροκοδείλια δάκρυα για τα χρήματα και τον χρόνο που ξόδεψε και η αγάπη που τάχατες έχει για τον τόπο δεν μπορούν να πείσουν ούτε και τους πλέον αφελείς. Εάν υπήρχε και το παραμικρό ίχνος αγάπης για τον τόπο, οι ιδιοκτήτες της ΠΑΕ θα φρόντιζαν πριν φύγουν για τη διάδοχη κατάσταση, όποιες και να ήταν οι διαφορές τους με τις Αρχές του τόπου. Το σενάριο της εξαφάνισης της ομάδας δεν θα υπήρχε ούτε στη φαντασία τους.

Αυτό που δείχνει αυτή η κατάπτυστη ανακοίνωση είναι η βαθύτατη περιφρόνηση των διοικούντων την ΠΑΕ τα τελευταία χρόνια προς τον τόπο και τους φιλάθλους. Ακόμα και τούτη τη στιγμή που το επιχειρούμενο έγκλημα κατά του ΑΟΚ είναι ομολογημένο νομίζουν ότι μπορούν να κοροϊδεύουν τον κόσμο. Νομίζουν ότι μπορούν να παίζουν πολιτικάντικα παιχνιδάκια και να αντιμετωπίζουν τους Καβαλιώτες και τους οπαδούς της ομάδας σαν ένα τσούρμο ηλιθίων. Αλλά πια δεν μπορούν να πείσουν κανέναν. Η «λογική» βάσει της οποίας παίρνω τον ΑΟΚ σαν να ήταν βαλίτσα, αυτοκίνητο ή πλυντήριο ρούχων (ή άλλων τινών) και τον μεταφέρω στη Θεσσαλονίκη επειδή έχω διαφορές με τον δήμαρχο δεν έχει ίχνος λογικής. Αν έτσι ήταν, τον καιρό που ο Ολυμπιακός περνούσε τις περιπέτειές του με τον Κοσκωτά και τον Σαλιαρέλη μπορεί σήμερα να είχε έδρα το Βλαδιβοστόκ και ο ΠΑΟΚ του Μπατατούδη να βρισκόταν στην Καλαμάτα. Η Λίβερπουλ να είχε καταλήξει μετά το Χέιζελ κάπου στη Νορβηγία.

Ας πάψουν να προκαλούν και ας ξεκουμπιστούν. Ο ΑΟΚ είναι μέρος της συλλογικής μνήμης. Των προσωπικών αφηγήσεων, που εκβάλλουν σαν μικρά ρυάκια στην κοίτη της σύγχρονης ιστορίας της πόλης και δημιουργούν τον χείμαρρο της ιστορίας του ΑΟΚ, που δεν αλλάζει πορεία εξαιτίας των προσώπων, που κατά καιρούς μπορεί να κάθονται στον θώκο του δημάρχου ή του προέδρου του ΑΟΚ. Οι πρόεδροι και οι διοικήσεις έρχονται και παρέρχονται. Όχι όμως ο δήμος. Ούτε ο ΑΟΚ. Υπήρχαν και πριν αναλάβουν τα καθήκοντά τους οι Κωστής Σιμιτσής και η οικογένεια Ψωμιάδη, θα υπάρχουν και μετά από αυτούς. Οσο παράλογο είναι αύριο να εγείρει ο Σιμιτσής ζήτημα μεταφοράς του δημαρχείου στην Κασσάνδρα της Χαλκιδικής ή στον Πύργο Ηλείας γιατί διαφωνεί με τους βουλευτές ή γιατί οι δημότες δεν παίρνουν μαζικά μέρος στις εκδηλώσεις που διοργανώνει, τόσο παράλογη και εκτρωματική είναι η επιχείρηση εξαφάνισης του ΑΟΚ από πλευράς Ψωμιάδη στο όνομα της διαφωνίας και των κακών σχέσεων με τη διοίκηση του δήμου ή της μικρής προσέλευσης των φιλάθλων της Καβάλας στα εντός έδρας παιχνίδια του ΑΟΚ.

Εξάλλου, η συμπεριφορά των Μάκη και Σταύρου Ψωμιάδη δικαιώνουν πλήρως όσους φιλάθλους είχαν επιλέξει να μην πηγαίνουν στο γήπεδο εξαιτίας τους.

Νίκος Σπιτσέρης

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2011

Μπάτσοι και κουκουλοφόροι

Αυτή η αστυνομία που είδαμε άπαντες επί διήμερο στους τηλεοπτικούς μας δέκτες να ξυλοκοπά αγρίως και αδιακρίτως τους διαδηλωτές είναι θανάσιμος εχθρός της δημοκρατίας. Αντί του ρόλου του εγγυητή της ομαλότητας και του προστάτη του πολίτη, επέλεξε τον ρόλο του τιμωρού και του μπαμπούλα όλων όσοι αντιδρούν σε τούτη τη βαθύτατα αντιλαϊκή και ταξική πολιτική που εφαρμόζει η κυβέρνηση υπό τις οδηγίες της τρόικας. Οι αστυνομικοί που παρακολουθούσαν ασυγκίνητοι κουκουλοφόρους να πυρπολούν εστιατόριο στο κέντρο της Αθήνας, οι αστυνομικοί που συνεργάζονταν στενά με κουκουλοφόρους, οι αστυνομικοί που έριξαν τόνους δακρυγόνα επί δικαίων και αδίκων υποβίβασαν εαυτόν στον ρόλο του μπάτσου. Του μπάτσου, που δέρνει. Που εκδικείται. Που όχι μόνο ουδεμία έγνοια περί την προστασία του πολίτη έχει, αλλά τουναντίον είναι εχθρός του πολίτη. Αντίπαλος.

Ομοίως με τους κουκουλοφόρους, που συνεπείς στο προβοκατόρικο έργο τους φρόντισαν να δώσουν την ευκαιρία στις αστυνομικές δυνάμεις να επιτεθούν κατά των φιλειρηνικών διαδηλωτών. Μάλιστα, δεν δίστασαν να επιχειρήσουν μια επανάληψη του δράματος της Marfin, χωρίς τούτη τη φορά ευτυχώς να τα καταφέρουν. Κρυμμένοι μεταξύ των διαδηλωτών άνοιξαν μεθοδικά –κατά πώς το συνηθίζουν- πόλεμο με τα ΜΑΤ, βάσει οργανωμένου σχεδίου. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Δεν θα ‘ναι η τελευταία. Το τανγκό θέλει δύο και όπως φαίνεται μπάτσοι και κουκουλοφόροι είναι διατεθειμένοι να συνεχίσουν να το χορεύουν μέχρι τελικής πτώσεως. Όχι δική τους. Των πολιτών που αντιστέκονται και επιμένουν να μην εκχωρούν σε κανέναν το δικαίωμα στην έκφραση, τη διαμαρτυρία, τον αγώνα.

Είναι φως φανάρι. Το ετερόκλητο και ανομοιογενές πλήθος των αγανακτισμένων, που έδωσε δυναμικό παρών και επηρέασε καταλυτικά τις εξελίξεις είναι αντίπαλος και των δυο. Των μπάτσων, που λειτουργούν στις τάξεις της Ελληνικής Αστυνομίας και δίνουν τον τόνο συκοφαντώντας τους αστυνομικούς που επιμένουν να προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο λειτουργώντας ως ένστολοι πολίτες. Μα και των κουκουλοφόρων, που είτε προβοκατόρικα, είτε σε διατεταγμένη υπηρεσία, είτε σε πολιτικό παραλήρημα θαρρούν ότι αντίπαλός τους είναι ο μικροεπαγγελματίας. Ο ειρηνικός διαδηλωτής. Τα κόμματα, έτσι γενικώς και αορίστως, με μια καθαρά ναζιστική στον πυρήνα της αντίληψη περί συλλογικής ευθύνης.

Μόνο που δεν πάει άλλο πια. Είναι καιρός κάτι να γίνει. Μια αρχή, που πρέπει να γίνει με την παραίτηση του υπουργού Προστασίας του Πολίτη Χρήστου Παπουτσή. Είναι στοιχειώδες.

Νίκος Σπιτσέρης

Τρίτη 28 Ιουνίου 2011

Διάλογος κωφών

Δεν είναι πρόβλημα ότι η σύναψη δανείου ύψους 3 εκατομμυρίων ευρώ για τις ανάγκες του δήμου Καβάλας εγκρίθηκε μόνον με τις ψήφους της παράταξης της πλειοψηφίας. Ούτε η «κόκκινη γραμμή», που έχει χαράξει ο τέως δήμαρχος Ελευθερούπολης και επικεφαλής της παράταξης της μειοψηφίας στο δημοτικό συμβούλιο Παγγαίου Γιάννης Φιλόσογλου στη σύναψη δανείου, που προγραμματίζει η διοίκηση του δήμου Παγγαίου για την κάλυψη οφειλών, που θέτουν σε κίνδυνο ακόμα και δημοτική περιουσία μέσω αγωγών και πλειστηριασμών. Το πρόβλημα είναι ότι και στη μία και στην άλλη περίπτωση οι παρατάξεις και οι δημοτικοί σύμβουλοι δεν αίρονται στο ύψος των περιστάσεων. Δεν καθορίζουν τη στάση τους με κύριο γνώμονα τις ανάγκες του δήμου, αλλά βάσει μιας ξεπερασμένης αντίληψης περί την αντιπολιτευτική λειτουργία, που αποφεύγει πάση θυσία τη συνεννόηση. Ή την ταύτιση όπως εννοούν στα Δημοτικά Συμβούλια συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης, προκειμένου να μην αποδυναμώνεται ή ακυρώνεται ο αντιπολιτευτικός λόγος της αντιπολίτευσης.

Είναι μαθηματικώς βέβαιο, αν και πολιτική με υποθέσεις δεν γίνεται, ότι εάν το αποτέλεσμα ήταν αντίστροφο και αντί της επικράτησης του Σιμιτσή στον δήμο Καβάλας και του Ξουλόγη στον δήμο Παγγαίου, κέρδιζαν τις εκλογές οι Θόδωρος Καλλιοντζής στην Καβάλα και Γιάννης Φιλόσογλου στο Παγγαίο το ίδιο έργο θα παιζόταν πιθανότατα με τους ίδιους πρωταγωνιστές σε ρόλους αντίστροφους. Τότε, θα ήταν ο Καλλιοντζής που θα εισηγούνταν τη σύναψη δανείου για την κάλυψη των συσσωρευμένων οφειλών των δύο πρώην δήμων, που συναποτελούν τον Καλλικρατικό δήμο Καβάλας προς εργολάβους και προμηθευτές με τον Σιμιτσή να καταψηφίζει προβάλλοντας την ανάγκη εξεύρεσης οικονομικών πόρων με άλλον τρόπο. Ομοίως και στο Παγγαίο, ο Φιλόσογλου θα εισηγούνταν το δάνειο προβάλλοντας την ανάγκη συνεννόησης και σύμπνοιας που πρέπει να πρυτανεύει στην αυτοδιοίκηση, με τον Ξουλόγη σε κόντρα ρόλο να τον εγκαλεί για υποθήκευση του μέλλοντος του δήμου και των δημοτών του ελαφρά τη καρδία.

Πρόκειται για το ίδιο έργο που παίζεται ξανά και ξανά με τους εκάστοτε πρωταγωνιστές της αυτοδιοίκησης να βολεύονται σε αυτούς τους ξεκάθαρους κόντρα ρόλους όχι με βάση τη λογική και τις ανάγκες του τόπου, αλλά με βάση τα στερεότυπα περί την άσκηση της αντιπολίτευσης. Ανταποκρινόμενοι εν τέλει στις διαθέσεις των δημοτών και ψηφοφόρων τους, που βλέπουν το έργο που ανταποκρίνεται στο γούστο και τις απαιτήσεις τους.

Νίκος Σπιτσέρης

Δευτέρα 27 Ιουνίου 2011

Στην Αυστραλία

Ο Παύλος φεύγει στην Αυστραλία. Δούλεψε σαν το σκυλί για χρόνια. Άνοιξε και έκλεισε διάφορες επιχειρήσεις με κείνη τη θέληση και την πίστη που τον χαρακτήριζε από τα χρόνια τα μαθητικά ότι θα πετύχει. Θα τα καταφέρει. Δεν τα κατάφερε. Έφαγε τα μούτρα του ξανά και ξανά και πήρε πια την απόφαση να δοκιμάσει την τύχη του αλλού. Κάπου, που θα ‘χει ψωμί για όλους. Κάπου που ο μικροεπαγγελματίας δεν θα είναι ο πρώτος, κύριος και συχνά μοναδικός στόχος των ελεγκτικών μηχανισμών. Πίσω του αφήνει όνειρα γκρεμισμένα. Ένα μεράκι για τον τόπο, τις μουσικές του, την προοπτική του, που μετά από απανωτά στραπάτσα έγινε παράπονο. Λυγμός. Μα και οργή για τούτη τη χώρα που τρώει τα παιδιά της. Οργή για όσους εκ του ασφαλούς βγάζουν συμπεράσματα για τον νεοέλληνα στη νοοτροπία του οποίου προσάπτουν όλα τα δεινά της έρμης χώρας. Το ξέρει καλά ότι δεν συμμετείχε στο πάρτυ.

Μπορεί να έκανε λάθος επιλογές στην προσπάθειά του να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια καλύτερη ζωή. Μπορεί να την πάτησε με κείνο το franchise, όπως τόσοι άλλοι, όταν πείστηκε ότι αγοράζει τη δοκιμασμένη συνταγή του επιχειρείν, που δεν λαθεύει. Δεν ήταν ο μόνος. Λίγα μόλις χρόνια πριν οι τράπεζες σταματούσαν στον δρόμο τους περαστικούς και τους έδιναν δάνεια για να ξεκινήσουν μια δουλειά ή για να πάρουν καινούργιο αυτοκίνητο με εξοργιστική ευκολία. Το παραμύθι του επιχειρείν μέσω του franchising ήταν τόσο καλά τυλιγμένο με τις ιλουστρασιόν σελίδες των περιοδικών και των ειδικών εκδόσεων, που δεν ήθελε και πολύ να την πατήσεις. Όχι, ο Παύλος δεν μάσησε αμάσητο το παραμύθι προσδοκώντας να γίνει ο μεγιστάνας, που θα κυκλοφορούσε στην πιάτσα με τα πούρα, τα κάμπριο και τις δίμετρες καλλονές. Μια δουλειά καλή ήθελε που να του επιτρέπει να ζει άνετα και να ονειρεύεται.

Τώρα φεύγει από την ντυμένη ξανά με τα κουρέλια Ψωροκώσταινα, που λίγα χρόνια πριν φάνταζε ως σύγχρονη ισχυρή Ελλάδα με λούσα και φορέματα δανεικά. Διωγμένος από τον τόπο του. Νικημένος. Η πίστη του για μια καλύτερη ζωή ποδοπατήθηκε από την ισχύ και την αναλγησία του κρατικού μηχανισμού.

Κάπου στο βάθος σαν να ακούγεται η φωνή του Μπιθικώτση στο απαγορευμένο επί χούντας τραγούδι του Ακη Πάνου: «Θα κλείσω τα μάτια/θ' απλώσω τα χέρια/μακριά από τη φτώχεια/
μακριά απ΄τη μιζέρια/θα πάρω την στράτα/και εγώ τη μεγάλη/θα κλείσω τα μάτια/και όπου με βγάλει".

Νίκος Σπιτσέρης

Κυριακή 26 Ιουνίου 2011

Ξύλινα τείχη

Σαφώς και δεν είναι κακό να στρέφονται περισσότεροι από κάθε άλλη φορά νέοι προς τις σχολές του Εμπορικού Ναυτικού. Κάθε άλλο. Από την αρχαιότητα ακόμα η θάλασσα ήταν τόπος προνομιακός για τους κατοίκους ετούτης της χώρας. Οδός περιπέτειας, μα και προκοπής. Οι μικρές Οδύσσειες των Ελλήνων ναυτικών έφεραν πρόοδο, πολιτισμό, συνάλλαγμα και συνέβαλαν καταλυτικά στην εθνική αφύπνιση και την εθνική παλιγγενεσία του 1821. Ως εκ τούτου, η στροφή που παρατηρείται φέτος, το ζωηρό ενδιαφέρον για δουλειά στο εμπορικό ναυτικό, όπως καταγράφεται από τους απόφοιτους Λυκείου που σπεύδουν στα ιατρεία να πάρουν τις βεβαιώσεις που απαιτούνται για να διεκδικήσουν μια θέση στις αντίστοιχες σχολές, είναι καλό σημάδι.

Ίσως, συνολικότερα αν το δει κανείς, είναι και μια πρόταση για την υπέρβαση του αδιεξόδου της χώρας. Μια σύγχρονη ερμηνεία του περίφημου χρησμού του μαντείου των Δελφών για τα «ξύλινα τείχη», που με τη διορατικότητα του Θεμιστοκλή οδήγησε στον θρίαμβο των Ελλήνων κατά των Περσών στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Το ναυτικό και ο τουρισμός, παρά τα όποια προβλήματα που αντιμετωπίζουν ως μέρη του σώματος της βαριά άρρωστης χώρας, μοιάζουν ως οι πλέον υγιείς τομείς, που θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην αναγέννησή της.

Το αρνητικό της υπόθεσης είναι ότι οι νέοι ετούτης της χώρας, δηλαδή το μέλλον της και η προοπτική της, φαίνεται να οδηγούνται μαζικά σε μια επαγγελματική επιλογή με κύριο κριτήριο την επαγγελματική τους αποκατάσταση. Όχι, πως δεν θα έπρεπε να τους απασχολεί το τι μέλλει γενέσθαι μετά την αποφοίτησή τους από μια σχολή. Αλλά από την άλλη, η τάση αυτή χρόνια πριν με τις ακαδημίες που παρήγαγαν σωρηδόν δασκάλους και με τη στροφή των καλύτερων μαθητών στις σχολές των Σωμάτων Ασφαλείας στερεί τη χώρα από πολύτιμο κεφάλαιο σε άλλους επαγγελματικούς τομείς. Μεταξύ των παιδιών αυτών που σήμερα υπηρετούν στην Αστυνομία όχι επειδή το επέλεξαν αλλά για να έχουν μια σίγουρη δουλειά, που έγιναν δάσκαλοι βάσει της ίδιας λογικής ή που σε λίγα χρόνια θα σταδιοδρομήσουν επαγγελματικά στο Εμπορικό Ναυτικό, υπάρχουν οι σκηνοθέτες του αύριο. Παιδιά που θα μπορούσαν να διαπρέψουν σε άλλους τομείς, αλλά που οδηγούνται σε μια επιλογή με μοναδικό στόχο την επαγγελματική τους αποκατάσταση.

Το τίμημα που κάποια στιγμή θα πληρωθεί θα είναι μεγάλο για τους ίδιους. Μα και την ίδια τη χώρα.

Νίκος Σπιτσέρης